ανταλλάξιμος

[анталаксимос]εκ. обмениваемый

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανταλλάξιμος" в других словарях:

  • ανταλλάξιμος — η, ο 1. αυτός που μπορεί να ανταλλαγεί, ο υποκείμενος σε ανταλλαγή 2. το ουδ. ως ουσ. τα ανταλλάξιμα ομολογίες που έδωσε το κράτος στους πρόσφυγες από την Τουρκία έναντι της περιουσίας που άφησαν εκεί και που ανταλλάχθηκε από το κράτος με την… …   Dictionary of Greek

  • ανταλλάξιμος — η, ο αυτός που μπορεί να ανταλλαγεί: Υπάρχουν αντικείμενα που δεν είναι ανταλλάξιμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.